Новогреческий словарь
αβανιστής
αβανιστ|ής
ο 1)
ябеда, ябедник
;
2)
клеветник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ябеда
? —
αβανιστής
как на
(ново)греческом
будет слово
ябедник
? —
αβανιστής
как на
(ново)греческом
будет слово
клеветник
? —
αβανιστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
αβανιστής
? — ябеда, ябедник, клеветник
#
(ново)греческий словарь
—
δεκαήμερος
—
επισυνέβην
—
τυποποίηση
—
αντικαταναλωτισμός
—
αρμολογία
—
σοβαντίζω
—
αφροπαράγαδο
—
ανθοδέτρια
—
βαθύσκιος
—
στυγερός
—
ανυφαίνω
—
αφόρητα
—
τζοβαϊρικά
—
κρεατωμένος
—
εισποίηση
—
ρευστοποιώ
—
γύρεμα
—
αποδιαβαίνω
—
κάψουλα
—
αναθυμιέμαι
—
βουρκόνερο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,