διακελεύομαι

формы словаβ
διακελεύομαι
:
          ως ο νόμος ~εται — [phrase]как предписывает закон[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διακελεύομαι? —


βερνικώνωτουρκοφάγοςμακρομάλληςψυχοπομπόςβέρτζινοςεξαντλήσιμοςασματογράφοςακαταμάχητοφωνογραφώολκόμετροφωνόμετροανεπικύρωτοςμεταχειρισμόςδικηγορικάκτίσμαλυμαίνομαιαδιατίμητοςρόδισμανύξμικροζωάριοξυλάριον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit