Новогреческий словарь
εαυτούλης
εαυτούλης
(σου, του, τικ, μας, σας, τους) ирон.
собственная персона
;
τόν ενδιαφέρει μόνο ο ~ του — [phrase]его интересует только его собственная персона, он только о себе думает[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
собственная персона
? —
εαυτούλης
как с
(ново)греческого
переводится слово
εαυτούλης
? — собственная персона
#
(ново)греческий словарь
—
παρντόν
—
μαγνητόμετρο
—
απόκριμα
—
Λονδίνο
—
ελγίνεια
—
ευελπιστώ
—
δεκαήμερο
—
βαλτότοπος
—
παρουσιάζομαι
—
αυτοστεγάζομαι
—
μολοσσός
—
αθάνατος
—
αδέκαρος
—
διάγνωση
—
εξηντάχρονος
—
καλοδέχομαι
—
ριζοσπαστικοποίηση
—
βρωμονέρι
—
σιμίτι
—
ζέσταμα
—
ξύπνιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,