επιβλαστάνω

формы словаβ
επιβλαστάνω
(αόρ. επεβλάστησα) уст. бот. паразитировать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово паразитировать? — επιβλαστάνω
как с (ново)греческого переводится слово επιβλαστάνω? — паразитировать


αδιαπόρευτοςόξωεκλαμβάνωεξωκυττάριοςδαμαλιδοκομείοναφουγκράστρατσούλιυποτονικάερεθιστικότηταεκτημόριονμεταβατικόςάψητοςαφάτνωτοςεκρηξιγενήςκεντησιάβρομόκαιροςεπισείωνεπιπεφυκίτιςγλωσσιάαντιστάτηςαναβρασμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit