Новогреческий словарь
επαναβλέπω
επαναβλέπω
(αόρ. επανείδον)
снова видеть
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
снова видеть
? —
επαναβλέπω
как с
(ново)греческого
переводится слово
επαναβλέπω
? — снова видеть
#
(ново)греческий словарь
—
δεκαοκταπλάσιος
—
δυό
—
τύφλα
—
θερσιτικός
—
τοπομαχικός
—
μεσοποτάμιος
—
εξαετής
—
νεφέλη
—
ελικοκέρατος
—
δαυλί
—
παράσελμα
—
καλομεταχείριση
—
διαστολή
—
γαμίκουλας
—
γεραιός
—
τσάτσος
—
λοκάουτ
—
αυτοαποκαλούμαι
—
διαπαρθένευση
—
καλπάζων
—
βιόλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,