βοηθητικά

формы словаβ
βοηθητικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βοηθητικά? —


ασθενήςπροημιτελικάκόρηθρονακόρεστοςμουνούχισμαδιάζωσηαπομωρώνωτριαντάρηςδερβενάκικαπνοδόχοςκαθημερινόςδόμησηκυκλικόςδοκιμήεπίπτωχείαχαρίστριαάτυχηςακλήρωτοςγενικόςανεπίτευκτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit