Новогреческий словарь
ανακαινιστής
ανακαινιστ|ής
ο 1)
реставратор
;
2)
реформатор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
реставратор
? —
ανακαινιστής
как на
(ново)греческом
будет слово
реформатор
? —
ανακαινιστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανακαινιστής
? — реставратор, реформатор
#
(ново)греческий словарь
—
ρεκασμός
—
βολεματίας
—
αλοιφόπιττα
—
λιθοκοπία
—
μωρούδι
—
αψύλλιαστος
—
μπατακτσής
—
ηγεμονόπαιδο
—
κλιματικός
—
ραβάρβαρον
—
τουρκόσπορος
—
αυγοκαλάμαρα
—
αγριόξυλο
—
γεροδεμένος
—
αμφια
—
δέ
—
προλεταριάτο
—
προΰπαρξη
—
πρύτανις
—
καθετί
—
καταφρόνηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,