πρακτικό

формы словаβ
πρακτικό
το акт, протокол (документ);
          τό ~ παραλαβής — акт приёмки;
          τό ~ τής συμφωνίας — протокол соглашения



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово акт? — πρακτικό
как на (ново)греческом будет слово протокол? — πρακτικό
как с (ново)греческого переводится слово πρακτικό? — акт, протокол


βροντηγμόςέμπιστοςπαγοπωλείοσχεδιογράφησηλογήαναίτιοςπαραπονιέμαιαφοδεύωοφθαλμολογικόςχτικιάρικοςισοτελήςιδιοτέλειααυτεπαγγέλτωςκύμβαλοσυγκολλώακαδημαϊκόςαπομονώέκρηξημελετητικόςιστιορραφίςσπετσαρία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit