Новогреческий словарь
λασπόλουτρο
λασπόλουτρο
το
грязевая ванна;
(мн.ч.)
грязи
;
κάνω ~α — принимать грязевые ванны
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
грязевая ванна
? —
λασπόλουτρο
как на
(ново)греческом
будет слово
грязи
? —
λασπόλουτρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
λασπόλουτρο
? — грязевая ванна, грязи
#
(ново)греческий словарь
—
συστοιχία
—
ονειροπόλος
—
στόμαχος
—
κλειδοπίνακο
—
διαχέομαι
—
διάστικτος
—
μαντζέλλα
—
λαουτζίκος
—
άρτημα
—
ασυμπέραντος
—
ξεπετιέμαι
—
θανάτωμα
—
γραμματικά
—
ταλανισμός
—
απομάκρυνση
—
αυτογνωμοσύνη
—
μισόστρατα
—
αληθοφανής
—
προσευκτήριον
—
περβολάρης
—
μελανείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,