Новогреческий словарь
ψηλαφιστός
ψηλαφιστός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψηλαφιστός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
υστεραίος
—
άτοκος
—
χιονοσκεπής
—
νεροπότηρο
—
αστιγμία
—
βαναυσουργός
—
φρεσκομπογιατισμένος
—
τουλουμήσιος
—
μουστακαλής
—
σπάνια
—
ψηφίδωμα
—
εκχυδαΐζω
—
αμφικτίονες
—
βουδοκέφαλος
—
σουριστής
—
πορνόσπιτο
—
σταμπάρισμα
—
κολύμβησις
—
αντιπεριφερειάρχης
—
διαθλαστικός
—
κεραυνόπληκτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,