δόθηκα

формы словаβ
δόθηκα
παθ. αόρ. от δίνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δόθηκα? —


νανουριστόςασταύρωτοςμικροβιολογίαανεξέργαστοςξεγλιστράωγαϊδουράφτηςεπανευρίσκωδεκαεπτάκιςαλεξίτρομοςδιψώαγριαπιδιάγκρεμνίζωαναπαλαίωσηεπίμονοςξαναφούντωμααυτοκατασικασμένοςπνευμονογράφημαεπίτμησηδρομομέτρησηαταβιστικόςλονδρέζικος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit