Новогреческий словарь
αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζω
краснеть
(от волнения, прилива крови и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
краснеть
? —
αναψοκοκκινίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναψοκοκκινίζω
? — краснеть
#
(ново)греческий словарь
—
γαϊτάνι
—
βακχίδα
—
σύγκλητος
—
εμβρόντηση
—
ακατάγραπτος
—
πλουμίδι
—
αναθομίζω
—
αποβραδινός
—
σταφιδεργοστάσιο
—
χρυσαφικό
—
οξύφωνος
—
ταπεινωτικώς
—
τελειωμένος
—
τριφασικός
—
τοματοπολτός
—
παιδολόγος
—
κατάμπροστα
—
αργυροκιδής
—
ποδηγετώ
—
τρυπώνω
—
αθυρματοπωλείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,