Новогреческий словарь
κογχικός
κογχικός
глазничный, относящийся к глазнице
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
глазничный
? —
κογχικός
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся к глазнице
? —
κογχικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
κογχικός
? — глазничный, относящийся к глазнице
#
(ново)греческий словарь
—
υπηρετικός
—
προδικαστικός
—
σολοικίζω
—
αφοσίωση
—
υδρόλυτος
—
ξεστουπωτήρι
—
θεμελιώτρια
—
υποδηματοβιομηχανία
—
μελιχρούς
—
αθρόνιαστος
—
ρίπτω
—
μικροφιλοτιμία
—
προσφυής
—
συνεισφέρω
—
λιμπεραλισμός
—
διακελεύω
—
κρυσταλλογένεια
—
ανακρυστάλλωση
—
σηπτικότητα
—
τηλεφωνογράφημα
—
πόσιμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,