Новогреческий словарь
προπονητικός
προπονητικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
προπονητικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αναρχία
—
ωραιοπάθεια
—
αλετρόπιασμα
—
αναπλέω
—
ζώστρα
—
νευράξων
—
χουζουρλού
—
σπερματισμός
—
ψυχομαχητό
—
οσφραντικός
—
πούτσα
—
γόμα
—
τρόμπας
—
εθναρχία
—
τσορβάς
—
διαβολεύω
—
αβεβαιότητα
—
καντηλιέρι
—
αδιπλάριστος
—
εξολίσθημα
—
τριτεγγυώμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,