ακαμάτως

формы словаβ
ακαμάτως



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ακαμάτως? —


παραψυχολογικόςενυπάρχωβαθύνωαγοράκιζύγιπίνακαςγκαγκάβααεροθεραπευτήριονσπιτικόκτηματομεσίτηςαντιπροσωπευτικάμαθήτριααλληλοφάγωμαπολύλογοςσίτησησπιτάλιοσεληνοτροπισμόςογδοηκονταετηρίδααποφθειρίασηπρέπωνεπταήμερος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit