ομολογητής

формы словаβ
ομολογητής



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ομολογητής? —


συβάζωόρνιθατριήραρχοςαφιλοκέρδειαΠαράκλητοςαφράλαμετρητόςανεπιφύλακτωςασχημοκαμωμένοςεπιτήρησημουσειακόςμεταβάλλωχρήμασερδάρηςαζεμάτιστοςαποσιτώμελέτημαειδοποιητικόςαγκριζάριστοςΜανουσάκηςφροντίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit