επινεφρίδιο

формы словаβ
επινεφρίδιο
το анат. надпочечник



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово надпочечник? — επινεφρίδιο
как с (ново)греческого переводится слово επινεφρίδιο? — надпочечник


ντόροςεπιθεωρητήςοπίσθιοςεύσκιοςαφορολόγητοςμετοχιάριοςρασιστικόςβάιαλλοςενιαυσιότητασακιδιοθήκηγυναικάριδιαμετρητήραςκύπρινονμισοανοιγμένοςέξωθιπυρπολώΔήμητρακαρδιολογικόςτερματισμόςκουρέλιΕυμενίδες




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit