διασωστικός

формы словаβ
διασωστικός
спасательный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово спасательный? — διασωστικός
как с (ново)греческого переводится слово διασωστικός? — спасательный


συμπεριφορικόςμυρωμένοςστραγγάληγκριζούληςξενύχτιφύτευσηκαθημερινάυδροπερατόςσυνταξιδεύωκατάσπαρτοςαπτώχευτοςμεταποιημένοςβυζάκιχουβαρντάνθρωποςαδιάρρηκταδιαλυτήριοδιπλογραφίααδαμαντοκόσμητοςπαραλιακάσυγκεφαλαίωσηδολισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit