κινέζικο

формы словаβ
κινέζικο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κινέζικο? —


καπνισμένοςλαξευτόςλειτούργημαακριτολόγημααβάντσααθλιοςδιαγώνιαγεωφυσικήπλουςεπιμέτρησηεπιτήδειαΘεογεννήτωρκιτρινιάζωαμπελουργώαρμένισμαδέκαρχοςεπιστρέφωαφόνταςπαλιγγενεσίαδιαλυτήςπλημμέλημα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit