υπήχθην

формы словаβ
υπήχθην
παθ. αόρ. от υπάγω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово υπήχθην? —


λιχούδικοςγαλβανισμένοςεχθροπραξίααδραχτάτροχείοεφτάστερουπερτιμώζυμομύκηταςαναβροντώσυσσιτιάρχηςακαριαίαδιασκέλαλενινιστικάμαλακωσύνηψαθίβαρδιόλαδιαμαρτίααυτογαμίααναγυρίζωδιασπαραγμόςπεριθάλπω
сборка мебели, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit