παραψήνω

формы словаβ
παραψήνω
(αόρ. παρέψησα) пережаривать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово пережаривать? — παραψήνω
как с (ново)греческого переводится слово παραψήνω? — пережаривать


ακοίμιστοςμεσοχώρααντικληρικόςεπιδημιολόγοςκοκκάλιασμαπαιδιακήσιοςεστάθηναρχιμουσικόςστράτευσηαλλοδαπόςμερινόςανάμεσοςθανατοφιλίαιδρωτήριομαλλινομέταξοςγραφιδοπόλεμοςένσημοτριβόλισμοπενηντάχρονοςξαναγράφωανετος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit