εμμηνόπαυση

формы словаβ
εμμηνόπαυση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εμμηνόπαυση? —


λούρδοςτριανταριάχρεμετίζωαπαράσκευοςδημοδιδάσκαλοςμονοθυγατέρααφυλάκωτοςεμψύχωσηδευτερόγαμοςπερισσάακατάτρεκτοςσυγκλίνονπλεονεχτώξηρολιθοδομήταξιθετώπεντάμηνοςαπόστραταυδατογράφοςυετόμετρονανελάττωτοςεξώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit