ζωγραφικά

формы словаβ
ζωγραφικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ζωγραφικά? —


καθετήημιχρόνιοαγγάστρωτηεξερευνήτριαεύτοκοςκατοχυρωμένοςκράνειονδυναμώνωκονταρόξυλοΠτολεμαίοςδαρτόςμπαράκααυτοκυβερνώμενοςκαματάρισσαπρωτινόςρόζοςμακαρονοειδήςθειαφόφεγγοςμπουκαδόροςστραβοδίβολοςγουργουλητό




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit