εμπαίνω

формы словаβ
εμπαίνω
(αόρ. εμπήκα) входить



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово входить? — εμπαίνω
как с (ново)греческого переводится слово εμπαίνω? — входить


βοηθόςχλωροφύλληαναπλάθωμεγαλόπρεποςβύζασμααγκαστριάφαρδιάστομίςσυνοδόςκρουσίφλογοςοξυρεγμίαλαρυγγόσπασμοςαυτομαθήςτσιπροκατάνυξηεξανδραπόδισμόςλεπτολόγίαφουμάωδεκατέσσεριςκατάκορφοςυδροδυναμικήεσπεριδοειδή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit