ελαφροπαρμέν|ος

формы словаβ
ελαφροπαρμέν|ος
легко парализованный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово легко парализованный? — ελαφροπαρμένος
как с (ново)греческого переводится слово ελαφροπαρμένος? — легко парализованный


αξιωματικόςβιβλιοπωλείοανατρομάζωαμφισημότηταμαυροθαλασσίτικοςλέρααβαντσάρισμαξεροφαγίαχιονοσκεπασμένοςλαχνόςανάπιαστοςανεκτίμητοςειρηνοδικειακόςυποχθόνιαυπομονετικόςπλαγνοφυλακήτροχιοδρομικόςγλυκομειδιώδιάληψηχεννάξεγέλασμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit