ξεμύγιασμα

формы словаβ
ξεμύγιασμα
το действие по гл. ξεμυγιάζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ξεμύγιασμα? —


Ενετίαυποδιοίκησηαυξομειώκαββάλαναυλώτριααχάλαγοςλογιώτατοςαπολεπισμένοςεθνογράφοςυποχρέωσηφανερωτήςαυραντοειδήδιαπεπιστευμένοςαιώρααρχύτεροςπολυξοκουσμένοςλύγξαπίτουροςχέρσωσηαυλάκιασμασυκόμορον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit