γέμελλ|ος

формы словаβ
γέμελλ|ος
~α αδέρφια близнецы;
          γέννησε ~α — [phrase]она родила двойню[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово близнецы? — γέμελλος
как с (ново)греческого переводится слово γέμελλος? — близнецы


σκαντζόχοιροςυδροτεχνικόςφωνηματικόςδιποδίζωχρονοντούλαποκακόσαρκοςφαινικούχοςάφκιαστοςτρισεύγενηνησσοτροφείοβαλελίκιτρίγλυφοςαθάμαστοςτραγικοκωμικόςδαχτυλιδένιοςαργοξυπνώβούλιαγμανιζάμηςακίνδυνοαπολεπίζωβιβλιοπαραγωγή
сборка мебели, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit