Новогреческий словарь
Βουλευτικό
Βουλευτικό
το ист.
булевтикон
(одна из двух палат национального собрания во время революции 1821 г.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
булевтикон
? —
Βουλευτικό
как с
(ново)греческого
переводится слово
Βουλευτικό
? — булевтикон
#
(ново)греческий словарь
—
προσταγή
—
αξιοπερίεργος
—
αλογάκια
—
καθιερωτικός
—
πισώπλατος
—
μεγαλακρία
—
κουνενές
—
άκοπα
—
αγκίστρωση
—
κλεισώρεια
—
ομνύω
—
στιβάλι
—
ανενημέρωτος
—
φυτοφαγικός
—
αποβάφω
—
προσηλυτισμός
—
γουνώνω
—
αργώ
—
ψάρευμα
—
σαγματοποιός
—
πάνθεο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,