καπνοπαραγωγή

формы словаβ
καπνοπαραγωγή
η табаководство



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово табаководство? — καπνοπαραγωγή
как с (ново)греческого переводится слово καπνοπαραγωγή? — табаководство


ύστεροςχιόνισμαοικογενέςιικόςγλαυκώδηςβαμβακόλαδοφρού-φρούπλανόδιοςπροϊδέασηζαχαροκάμωτοςενοποιώασακάτευτοςανθοπαραγωγόςδριμόχολοπασπάτευμαξαγριεύωαχερώνωκατακλείδικαρδιολογίαπορτοφόλιφρουκτόζη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit