Новогреческий словарь
διαπιστωτικός
διαπιστωτικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαπιστωτικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αλέρωτος
—
φιλαρέσκεια
—
αντίθρησκος
—
δαμαλάκι
—
ροδοζάχαρη
—
έγκλειση
—
μουχρώνω
—
αριθμομάντης
—
παραγαμημένος
—
στρόμβος
—
διεκφυγή
—
ανασπάζομαι
—
ξεκληρίζω
—
πιλαλάω
—
λιθοδομία
—
αμέθοδον
—
ιστορικό
—
σπιτώνω
—
αντίο!
—
βοστρύχισμα
—
απορώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,