απόπνοια

формы словаβ
απόπνοια
η 1) испускание (запаха);
2) запах



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово испускание? — απόπνοια
как на (ново)греческом будет слово запах? — απόπνοια
как с (ново)греческого переводится слово απόπνοια? — испускание, запах


βιολιστήςακόπωςίδρώνωαυγάτισηζαχαρωτόσαρακοστιάτικοςδιαχειριστήςραδιοτηλεπικοινωνίασανατόριοβόμβοςακεφιάβαριετέψηλοκρεμαστόςξιφομαχίαραγδαίαθεσσαλονίτικοςγλυκοχαιρέτημασαρκαστικόςχελώνειοςαξονομετρίααπαξιωτικά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit