Новогреческий словарь
γεωφυσικός
γεωφυσικός
1.
геофизический
;
2. (о)
геофизик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
геофизический
? —
γεωφυσικός
как на
(ново)греческом
будет слово
геофизик
? —
γεωφυσικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
γεωφυσικός
? — геофизический, геофизик
#
(ново)греческий словарь
—
τελείως
—
φόβος
—
κλειδάριθμος
—
ιδιοκτησία
—
φιλούρα
—
δουλάπι
—
γεμενί
—
νεφέλη
—
καλαμοκάνα
—
αντιτετανικός
—
οπή
—
οινοχόος
—
πενταπλασιάζω
—
ζωόφιλος
—
σκαφείον
—
κοντομύτα
—
μεσημέρι
—
διαθερμασία
—
μηκύνω
—
προφητικός
—
ακροσίδηρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,