Новогреческий словарь
ατροπίνη
ατροπίνη
η
атропин
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
атропин
? —
ατροπίνη
как с
(ново)греческого
переводится слово
ατροπίνη
? — атропин
#
(ново)греческий словарь
—
πλιατσικολόγος
—
κοράλλι
—
χρεωστής
—
τορνεύω
—
γηθοσύνη
—
υπατεία
—
αυτοσυνείδηση
—
γολέτα
—
αβουλησία
—
γκεβεζιλίκι
—
μισθωτής
—
καπάρωμα
—
σκαλοπάτι
—
εισαγγελικός
—
γλυκομίλημα
—
χτυπιούμαι
—
ταμπακέρα
—
ομοκεντρικός
—
πολυτραυματίας
—
αντίτυπο
—
αρρωστάω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,