Новогреческий словарь
απογευματίζω
απογευματίζω
кончить обед, пообедать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кончить обед
? —
απογευματίζω
как на
(ново)греческом
будет слово
пообедать
? —
απογευματίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
απογευματίζω
? — кончить обед, пообедать
#
(ново)греческий словарь
—
μουσκίδι
—
αναδασμός
—
βλαστικότητα
—
παλιόπαιδο
—
ασχημάτιστος
—
αχόρταγος
—
αλλοεθνής
—
διαφαίνομαι
—
μελιχρότητα
—
βισμουθισμός
—
φιλαυτία
—
μερονύχτι
—
ανεπίτρεπτος
—
κατακόρυφος
—
λεκιασμένος
—
κατακερματίζω
—
εμψυχωτικός
—
καλάρισμα
—
απρόφερτος
—
αλλοστράτισμα
—
υδατοειδής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,