αποδεικνυόμενος

формы словаβ
αποδεικνυόμενος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αποδεικνυόμενος? —


ανέλατοςκλεφτοκοττάςμεταστάθμευσηδημοσκόπησηκροταλίζωιερογλυφικόςκεφαλαιοκρατίακαλαθοποιόςπαραβίωσησυνασφαλίζωαστροφώτιστοςπροπηλακισμόςκρεατόχρουςναυτολόγιοτομεακόςβρογχεκτασίαμετοχάρηςπροσωποκρατώαρράπιστοςπεριβρέχωαπόσταν




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit