Новогреческий словарь
συμφωνικός
συμφωνικός
1) муз.
симфонический
;
~ή ορχήστρα — симфонический оркестр
;
2) грам.
согласный
;
~ό σύμπλεγμα — сочетание, комбинация согласных
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
симфонический
? —
συμφωνικός
как на
(ново)греческом
будет слово
согласный
? —
συμφωνικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
συμφωνικός
? — симфонический, согласный
#
(ново)греческий словарь
—
χηνάκι
—
ηχοεπεξεργασία
—
συμβιβαστικός
—
ανελυγκιάζω
—
μπαγλάρωμα
—
ημίλιτρον
—
φουσκιάζω
—
άχρους
—
χουγιαχτό
—
γδάρμα
—
επιστημολογικός
—
συγκρούομαι
—
πηλοβατώ
—
ατουφέκιστος
—
κρουστάλλιασμα
—
σύγκριση
—
αμανίκωτος
—
σερενάδα
—
αμάντριστος
—
καλντεριμιτζού
—
ριζοσπαστικοποιούμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,