ερμηνευμένος

формы словаβ
ερμηνευμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ερμηνευμένος? —


καλομεταχείρισηπλουσιοκόριτσοπεταλούδισμαονείρεμασάλοςαποφράςοικογενέςτυράδικοπιόσιμοέργΚορεάτισσαούλτραυπενθύμισηπολυλαλιάγυφτοφάσουλαβγαίνωκηροπλαστικόςαλυχναενεδρευτήςαποδεικνυόμενοςβιβλιοσυλλέκτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit