Новогреческий словарь
κυριευμένος
κυριευμέν|ος
охваченный
(каким-л. чувством);
одержимый
(чем-л.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
охваченный
? —
κυριευμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
одержимый
? —
κυριευμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κυριευμένος
? — охваченный, одержимый
#
(ново)греческий словарь
—
βουτυρίλα
—
αργοροκόλλητος
—
σπινθήρας
—
νεραϊδόχορτο
—
μπιζού
—
πρόστριψη
—
γλυπτοθήκη
—
εισαγωγικός
—
κουνούπι
—
μεσόγειος
—
μεταμίσθωση
—
ευφημιστής
—
εμψυχώνομαι
—
στραμπουλιξά
—
αλλοκοτιά
—
πυρακτωμένος
—
ηδονίστρια
—
απρογμοσύνη
—
διαλεκτολογία
—
ετεροδημότης
—
αναρμόνιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,