Новогреческий словарь
νίκη
νίκη
η
победа
;
κερδίζω (или κατάγω) (τή) ~ — одерживать победу
;
γιορτάζω τή ~ — праздновать победу
;
===
Πύρρεια (или Καδμεία) ~ — пиррова победа
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
победа
? —
νίκη
как с
(ново)греческого
переводится слово
νίκη
? — победа
#
(ново)греческий словарь
—
τριανταφυλλί
—
νομιμοφροσύνη
—
ψηλολέλεκας
—
ματιασμένος
—
αφριά
—
ανταπαιτητής
—
ανεπιφύλακτος
—
στριμμένος
—
τουρνέ
—
γρατσουνιέμαι
—
ξακουστός
—
ξυλόπισσα
—
αδιαχείριστος
—
φράκτης
—
σφαλιαρώνω
—
νύστα
—
ρώσικος
—
κινούμενα σχέδια
—
προστυχόκοσμος
—
δίτερμα
—
σάττω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,