Новогреческий словарь
πλησιέστερος
πλησιέστερ|ος
более близкий
;
στό ~ο χρονικό διάστημα — в ближайшее время
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
более близкий
? —
πλησιέστερος
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλησιέστερος
? — более близкий
#
(ново)греческий словарь
—
αίσθηση
—
ξεβγάζω
—
τρόφιμα
—
σύνθλιψη
—
μπορντελλιάρης
—
ανάκουος
—
διαβολίζω
—
σουτάς
—
αφιλοπονία
—
κολιτσάγγαρος
—
τριψήφιος
—
επίλεχτος
—
ταυτόχρονος
—
εξοπλιστικός
—
εγχύσιμος
—
πολιούχος
—
εξάλμισις
—
προσαμμώνω
—
μύρο
—
κακοτυπωμένος
—
διαστολέας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,