Новогреческий словарь
ψηλαφητά
ψηλαφητά
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψηλαφητά
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ραδιολογικός
—
πηγή
—
λαζούλιθος
—
διαζώστρα
—
ντεϊστικός
—
χολικός
—
αγυάλιστος
—
έντυπος
—
εκθρονίζω
—
αμάχητα
—
σκυθρωπότητα
—
σύναμμα
—
σεισμογένεση
—
εξώπροικα
—
βραχίονας
—
επιρρωννύω
—
απολούω
—
ανθυποναυπηγός
—
διοπτρική
—
ενσταυλισμός
—
γυψωτός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,