Новогреческий словарь
αυτοφαγία
αυτοφαγία
η биол.
аутофагия
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
аутофагия
? —
αυτοφαγία
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτοφαγία
? — аутофагия
#
(ново)греческий словарь
—
σκοπός
—
καταφρόνηση
—
αγγρίζω
—
αλπινικός
—
λεπτουργής
—
μερικεύω
—
απαράδεκτα
—
τρώγλη
—
συχυσμένος
—
λιχουδιάρης
—
ούρος
—
ανακατεύω
—
υπόλοιπος
—
σοκακιάρης
—
ξαναδυναμώνω
—
δανείζομαι
—
ανέγερση
—
αμβλύνοια
—
ακέφαλος
—
γενναίος
—
ινκόνιτο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,