παλαιογραφικώς

формы словаβ
παλαιογραφικώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παλαιογραφικώς? —


επικάμπτωβούλησηστερεύωθανατοποινίτισσααδελφοκτονίαθαλασσογραφίαγαργάλιευρωπαίοςβιοχημικόςανακάρδιοπορηνοειδήςαλλοσεσκύλιασματερματικόευηκοΐαγοργοβασιλεύωσπερματαγωγόςμεσοοράνισμαπαρεκτόςυπερβατικόςαλλοδοξία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit