Новогреческий словарь
χωροσταθμώ
χωροσταθμώ
геод.
нивелировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
нивелировать
? —
χωροσταθμώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
χωροσταθμώ
? — нивелировать
#
(ново)греческий словарь
—
αλεπίδωτος
—
γκέγκας
—
αλληλοεξαπατώμαι
—
γονής
—
απύρετος
—
κυκλοφορία
—
μούσκεμα
—
αντικληρικά
—
πορνείο
—
προκρίνω
—
μάραμα
—
στρογγυλοφέγγαρος
—
τοξικομανία
—
τσαλάκωμα
—
ακαριαία
—
ερυσιβώδης
—
καταπάτηση
—
ξεκακιώνω
—
ακμάζω
—
μασονισμός
—
εξομολογητής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,