διεθνοποιούμαι

формы словаβ
διεθνοποιούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διεθνοποιούμαι? —


σουλατσάρισμααπόκληροςαυτογεννώμαινυχιάζωσπινέλ(λ)ιοθυμικόςανεμογράφημαξυλοκρέββατοπηδηχτόςεμπρόθεσμααναβάπτισμαχρώσιςπετρότοποςεπίστρωμαασφάλτωμαεργαστηριακόςμονοκύλινδροςκολλούραμοίρασμααγοράζομαιμηχανοποίητος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit