αυτόμολ|ος

формы словаβ
αυτόμολ|ος
ο прям., перен. перебежчик



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово перебежчик? — αυτόμολος
как с (ново)греческого переводится слово αυτόμολος? — перебежчик


αναπαραγωγόςδηκτικόςακρομάζομαιακόπιαστοςκύτταροαγιόψυχοςεμβρυοκτονίαοινοπνευμάτωσιςμαλθακόςεπιτροπήεμείςφρούραρχοςεπιονεισαγγελέαςσιάσημασούριασμακεκορεσμένοςσπερδούκλαεννεάμερακυνόδηκτοςπροσωπίδα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit