γουναράδικο

формы словаβ
γουναράδικο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово γουναράδικο? —


οδοντολοξίαντζερεμέςχιονοκρύσταλλοςεξεταστέουςδυναστεύωδιηθητικόςκαλομαθημένοςφωτοταχυμέτρησηαδικαίωτοςόμπυοιταλιάνικοςκοντοφέρνωπερίοικοςσυννυφάδαραφτάδικοπροσωποκρατώυφαίρεσηηλεκτρόλυτοςχερούλιαιματοκαλλιέργειαδυσκρασία





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit