Новогреческий словарь
κούνελλος
κούνελλ|ος
ο 1)
кролик-самец
;
2) перен.
самец
(о мужчине)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кролик-самец
? —
κούνελλος
как на
(ново)греческом
будет слово
самец
? —
κούνελλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κούνελλος
? — кролик-самец, самец
#
(ново)греческий словарь
—
μεσοπνευμόνιο
—
μπιρμπίλω
—
Μαυροκέφαλος
—
πρωτομαρτιάτικα
—
ξεμανταλωμός
—
εψές
—
χιώτικος
—
οινολάσπη
—
χαρισματικός
—
αλληλοπαθής
—
βάθυνση
—
γκουβερνάντα
—
φαλτσάρω
—
όχλος
—
ξεκαπίστρωτος
—
απεργοσπάσττρια
—
φεγγοβολάω
—
αλιαετός
—
πανηγυρίστρια
—
νώτα
—
ανορωτιέμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,