Новогреческий словарь
αρνίο
αρνίο
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρνίο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
επιθεωρημένος
—
διπλωμάτισσα
—
ξεδίψασμα
—
τραγουδίστρια
—
κουφιοκεφαλάκισσα
—
κοοπερατίβα
—
προφεσόρος
—
εγχειρησούλα
—
ρούς
—
οικονόμος
—
λεληθότως
—
στοιχειοθέτηση
—
ευμνημόνευτος
—
υποχθόνιος
—
ανάκουστος
—
τρίγλυφος
—
βρίζω
—
έπεισα
—
ευδίαιοι
—
μετέχω
—
φωστήρας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,