Новогреческий словарь
τοξότης
τοξότης
ο 1) ист.
лучник
;
2) (Т.)
Стрелец
(созвездие)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лучник
? —
τοξότης
как на
(ново)греческом
будет слово
Стрелец
? —
τοξότης
как с
(ново)греческого
переводится слово
τοξότης
? — лучник, Стрелец
#
(ново)греческий словарь
—
παραδείσιος
—
φανταχτός
—
αμαξοειδής
—
θεοδύναμος
—
συμμαχητής
—
αναστατωμένος
—
γνωμοδοσία
—
ελίγδην
—
παραβάζω
—
ενωρίτερα
—
μόνο
—
πολιομυελίτιδα
—
Καναδή
—
μεϊντάνι
—
διάγνωση
—
ανανούριστος
—
ξινογαλάς
—
διαμαρτυρία
—
μουσούδι
—
μάσα
—
μελανίτις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,